«Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…»: Η ποιητική βιογραφία του Σωκράτη Μάλαμα από τον Λέοντα Α. Ναρ

«Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό, να γίνουν όλα μαγικά μ’ ένα χορό» τραγουδάει ο Σωκράτης Μάλαμας στο τραγούδι του «Άσε τα ψέματα» και αυτός είναι ο τίτλος του βιβλίου του Λέοντος Α. Ναρ, για την ποιητική βιογραφία του πολυαγαπημένου μας τραγουδοποιού, που πλαισιώθηκε από μια υπέροχη παρουσίαση και μια πολύ γόνιμη συνέντευξη με τον ίδιο τον συγγραφέα!

Το Σάββατο λοιπόν, με την 18η ημέρα του Οκτώβρη να διαγράφεται στο ημερολόγιο, στη διάρκεια ενός αρκετά συννεφιασμένου πρωινού, είχαμε την τύχη και την τιμή να παρευρεθούμε στην παρουσίαση του βιβλίου του συγγραφέα και Δρ. της Νεοελληνικής Φιλολογίας, Λέοντος Α. Ναρ για την ποιητική βιογραφία του Σωκράτη Μάλαμα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον χώρο του βιβλιοπωλείου IANOS με την σύμπραξη των εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ, ενώ μαζί με τον συγγραφέα είχαν μια γόνιμη συζήτηση και οι Οδυσσέας Ιωάννου, στιχουργός και συγγραφέας, η Ντόρα Ρίζου, πρώην διευθύντρια παραγωγής στη Λύρα και εικαστικός και ο Φώτης Σιώτας, μουσικός.

Το «Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…» αποτελεί μια “εξομολόγηση” του Σωκράτη Μάλαμα στον Λέοντα Α. Ναρ, μια ιδιάζουσα ανάλυση του τρόπου γραφής, έμπνευσης και στιχουργικής του αγαπημένου καλλιτέχνη: πώς και με ποια αφορμή γράφει, από ποια θεματολογία εμπνέεται, πώς μεταχειρίζεται με λυρικότητα τη γλώσσα στη στιχουργική του για να αγκαλιάσει με τον πιο ποιητικό τρόπο τα τραγούδια του. Κάθε ένα, κρύβει ένα βαθύτερο νόημα, μια μοναδική ιστορία για την έμπνευση που γράφτηκε-παρατηρούμε συχνά πώς ο Σωκράτης ακολουθεί μερικά «αρχέτυπα» μοτίβα στα τραγούδια του, όπως λχ. την αποστροφή προς το αστικό περιβάλλον, τη μορφή της γυναίκας, την αποξένωση των ανθρώπων. Όλα αυτά μετουσιώνονται και φιλτράρονται από τον Λέοντα Α. Ναρ σε αυτό το σχεδίασμα που ακολουθεί αντίστοιχο μοτίβο με το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου (“Να βρω ξανά του νήματος την άκρη…”, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη).

Οι Φ. Σιώτας, Ντ. Ρίzου, Λ.Ναρ και Ο. Ιωάννου στην παρουσίαση της ποιητικής βιογραφίας του Σ. Μάλαμα (φωτογραφία copyright@thaleiastathi)

Την παρουσίαση άνοιξε η Ντόρα Ρίζου, που μας ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη, όταν πρωτογνώρισε τον τραγουδοποιό, όπου ο χρόνος κυλούσε πιο αργά συγκριτικά με τους καταιγιστικούς ρυθμούς της Αθήνας, σε αγαπημένα στέκια, όπου ακόμη και οι δισκογραφικές δουλειές ομοίαζαν να γίνονται συνεργατικά, μεταξύ φίλων και όχι ανταγωνιστών. Σε ένα τέτοιο κλίμα μπόρεσε να ξεχωρίσει, με την καθοδήγηση του σπουδαίου Νίκου Παπάζογλου, το «νευρώδες πλάσμα» με το όνομα Σωκράτης Μάλαμας και να εμφυσήσει σε στίχους με γόνιμο τρόπο τα βιώματα του. Στη συνέχεια, ο Φώτης Σιώτας μίλησε για την ιδιόρρυθμη αφηγηματική δεξιότητα του Σωκράτη, τους πειραματισμούς και τον συγκερασμό πολλών αντικρουόμενων μουσικών ερεθισμάτων του σε αυτό που ονόμασε «παράξενο λαϊκό» τραγούδι. Τότε ίσως φαινόταν «ξένο», σήμερα όμως είναι «κλασικό», αφού ο Σωκράτης Μάλαμας δημιούργησε ένα δικό του είδος, παρέχοντας την ευκαιρία σε νέους καλλιτέχνες να αναδειχτούν στη μουσική σκηνή. Τέλος, ο Οδυσσέας Ιωάννου, μίλησε για το πόσο σημαντική ήταν αυτή η «τομή» που έκανε ο Σωκράτης στη μουσική, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δυσκολία της εποχής να εδραιωθεί κάτι καινούργιο. Ο ίδιος την χαρακτήρισε «εποχή των skip», που μας επιτάσσει να μεταβαίνουμε από το ένα τραγούδι στο άλλο με τέτοια ταχύτητα ώστε να μην του επιτρέπουμε να εντυπωθεί μέσα μας. Τον Σωκράτη τον χαρακτήρισε ως κάτι μαγικό αφηγηματικά, που μας κάνει να τον ακούμε παρ’ όλα αυτά γοητευμένοι.

Ο Λέων Α. Ναρ στη συνέχεια μίλησε για τον τρόπο που μεταβαίνει από το ένα θέμα στο άλλο κατά την διάρκεια της συζήτησης με τον Σωκράτη τόσο σε εξομολογητικό, όσο και σε φιλοσοφικό τόνο. Οι Θάλεια Στάθη και Φίλιππος Παναγιωτίδης είχαν την πολύ μεγάλη τιμή και ευκαιρία να συνομιλήσουν με τον συγγραφέα για το βιβλίο, σε μια υπέροχη συνέντευξη.

Το όλο εγχείρημα της γραφής, δηλαδή ότι κάποιοι γνωρίζουν τους στίχους των τραγουδιών που παρατίθενται και κάποιοι όχι ήταν ένα θέμα που με απασχόλησε, για αυτό έβαλα τους στίχους. Δεν είναι γραμμένο για τον υποψιασμένο μόνο ακροατή, είναι γραμμένο και για κάποιον που δεν γνωρίζει.

Θάλεια: Είμαστε εδώ με τον κύριο Λέοντα Α. Ναρ, στον χώρο του βιβλιοπωλείου ΙΑΝΟΣ στην παρουσίαση του νέου σας βιβλίου για την ποιητική βιογραφία του Σωκράτη Μάλαμα. Πώς σας ήρθε η έμπνευση να ξεκινήσετε αυτό το εγχείρημα, πρώτα με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και ύστερα με τον Σωκράτη Μάλαμα, καθώς πρόκειται για δυο ιδιαίτερους καλλιτέχνες τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά.

Λέων: Νομίζω ότι ήδη αργήσαμε. Είναι μια φιλολογική απορία, μην πω φιλολογική μωρία που λέει ο φίλος μου ο Θανάσης Τριαρίδης, το γεγονός ότι δεν έχουμε-δεν είχαμε ασχοληθεί πιο ενεργά, γιατί πλέον υπάρχει κινητικότητα. Αυτό ήταν το πρώτο σκεπτικό από το 2011 που προσέγγισα τον Σωκράτη. Άργησε για κάποιους λόγους, προέκυψε στο ενδιάμεσο και ο Θανάσης. Με δικαίωσε ακόμη το γεγονός ότι, ήρθε η βράβευση του Bob Dylan με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έχει σημασία ότι είναι Νόμπελ Λογοτεχνίας γιατί θεωρώ ότι και η στιχουργία είναι λογοτεχνία, δεν θα ανοίξουμε την κουβέντα αν είναι ποίηση, είναι διαφορετικό πράγμα, αλλά είναι κάτι πολύ σημαντικό. Άρα, ενώ έχουμε πολύ σημαντικούς στιχουργούς και τραγουδοποιούς, νιώθω ότι δεν έχει εκτιμηθεί στον βαθμό που έπρεπε. Οπότε, έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία και προέκυψαν αυτά τα βιβλία στα οποία ήθελα να έχω τη συνέργεια των ίδιων και τους ευχαριστώ πάντα. Δεν πρόκειται για μια βαριά φιλολογική μονογραφία, ήθελα να είναι ζωντανό. Από αυτή την άποψη είναι και λίγο υβριδικό το βιβλίο.

Φίλιππος: Αυτή η διαδικασία που κάνατε, η προετοιμασία για το βιβλίο, όπως στο πρώτο για τον Παπακωνσταντίνου, έτσι και εδώ, πώς έγινε, ποια η αρχική επεξεργασία του θέματος στο μυαλό σας, τί προετοιμασία χρειάστηκε να κάνετε σε τραγούδια, σε στίχους, σε έρευνα;

Λ: Το πρώτο πάντοτε κίνητρο για μένα τουλάχιστον είναι το βίωμα. Και τους δύο τους πρόλαβα στη Θεσσαλονίκη στα τέλη δεκαετίας του 80 με αρχές του 90. Ηλικιακά εγώ ήμουν στο πέρασμα από τη σχολική στην φοιτητική ηλικία οπότε ήτανε περίοδοι που πρώτο-ξεκίνησαν «δειλά» με μικρό κοινό στην αρχή. Τα τραγούδια τους κάτι μου είπανε και από τότε τους παρακολουθούσα από πάρα πολύ κοντά είτε στα live στη Θεσσαλονίκη, είτε σε άλλες πόλεις οπότε ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ. Το δεύτερο είναι ότι πρέπει να κάνεις την όποια αποτίμηση αντικειμενικά. Δηλαδή να μην κάνουμε μια υμνογραφία, μια αγιογραφία, γιατί δεν το θέλουν και οι ίδιοι. Παρ’ όλα αυτά, είναι τόσο σπουδαίο το έργο τους που τελικά το αποτέλεσμα που προκύπτει, ενώ δεν είναι στη πρόθεση του δημιουργού η αγιογραφία, τελικά αποτυπώνει τη διαδρομή τους στο τραγούδι σε σχέση με τον στίχο. Δεν ήθελα να κάνω μια βιογραφία τύπου πού γεννήθηκαν και τα σχετικά. Είμαι πολύ χαρούμενος για την ανταπόκριση-το βιβλίο του Θανάση ήδη τελειώνει 8η έκδοση, του Σωκράτη πηγαίνει καλά, αν και δεν με ενδιαφέρει στην εμπορική του διάσταση. Με ενδιαφέρει η ανταπόκριση που δείχνει το κοινό που είναι ετερόκλητο-το βλέπω στις παρουσιάσεις στην Αθήνα, είτε στις μικρότερες πόλεις, είτε στη Θεσσαλονίκη-η δίψα, η ανάγκη που έχει ο κόσμος να έρθει πιο κοντά με το έργο και τη σκέψη κυρίως των τραγουδοποιών αυτών.

Θ: Ίσως και να γνωρίσει μια διαφορετική πτυχή αυτών των καλλιτεχνών μέσα από αυτόν τον τρόπο.

Λ: Ναι, και για μένα που παρακολουθώ το έργο 35 χρόνια του Σωκράτη, στην προηγούμενη περίπτωση ήταν και για μένα έκπληξη το γεγονός του ότι αποκαλύπτεται ένας άνθρωπος βαθύτατα καλλιεργημένος μορφωμένος, συγκροτημένος.

Φ: Νομίζω ότι η επιλογή «βιβλίο» δίνει και αυτή τη δυνατότητα να προσφέρετε στον αναγνώστη ένα χειροπιαστό αντικείμενο που θα χρειαστεί χρόνο για να το μελετήσει.

Λ: Αυτό, θεωρώ, ξεκινάει από τη λογική ότι ο στίχος των τραγουδοποιών και των στιχουργών μπορούν να λειτουργήσουν ποιοτικά ανεξάρτητα από το τραγούδι. Από εκεί και πέρα, σε μένα, σε ό,τι με αφορά είτε γράφω θεατρικά έργα, πχ. τώρα ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη στο Μέγαρο Μουσικής σε 10 μέρες το τελευταίο θεατρικό μου έργο, πάντοτε θέλω να διαλέγω την καταλληλότερη φόρμα για να αναπτυχθεί ένα αφήγημα. Αυτό μπορεί να αλλάζει σε βιβλία πιο ακαδημαϊκά, λίγο πιο “βαριά”, και άλλες φορές σε βιβλία πιο υβριδικά, που απευθύνονται σε μεγαλύτερα ακροατήρια. Άρα, πρέπει να «σκοτώσω» τον μελετητή μέσα μου, να αναγνώσω το υλικό με έναν τρόπο όχι σαν σε μια φιλολογική μονογραφία, ώστε να γίνει ελκυστικό. Γενικά οι ανθρωπιστικές σπουδές πρέπει να γίνουν λίγο πιο ελκυστικές, οπότε πρέπει κανείς να αναζητάει τον κατάλληλο τρόπο.

Θ: Ακριβώς αυτό με εντυπωσίασε πολύ στο πρώτο βιβλίο του Θανάση, το διαφορετικό “πρίσμα” των στίχων και το ίδιο ισχύει για τον Σωκράτη. Κάτι που αναφέρθηκε στην παρουσίαση από τον κύριο Οδυσσέα Ιωάννου, στην «εποχή των skip» δεν έχουμε χρόνο να επιδοθούμε σε κάτι τόσο «πνευματικό» όσο το νόημα των στίχων, συχνά προσπερνώντας το. Πώς ο τρόπος της συζήτησης με τον Σωκράτη μετουσιώθηκε στον τρόπο γραφής έτσι ώστε να μπορέσει να αναδείξει τη «φιλοσοφία» του;

Λ: Αυτό ήταν δύσκολο, γιατί προσπάθησα να διατηρήσω την προφορικότητα του, καθότι είναι ένα στοιχείο που τον χαρακτηρίζει. Το δεύτερο είναι ότι είναι εξαιρετικός αφηγητής. «Λέω παραμύθια να εξορκίσουν το κακό», έχει μια αίσθηση παραμυθιού αυτή η ιστορία, αυτός ήταν ένας στόχος. Το επόμενο ήταν ότι έπρεπε να τιθασέψω το υλικό: πολλά ζητούμενα έπρεπε να φιλτραριστούν. Κάποιες φορές ανακάλυπτα ότι γινόμουν λίγο πιο υπεραναλυτικός, γιατί αυτό το μικρόβιο το έχω ως φιλόλογος, δεν μπορεί να φύγει. Τα τραγούδια δεν ερμηνεύονται και ήταν και άλλα πράγματα που έπρεπε να δουλέψω, όπως πχ. το ότι στην Αθήνα δεν είναι τόσο εξοικειωμένοι όλοι με το κλίμα που υπήρχε στη Θεσσαλονίκη την περίοδο δημιουργίας των τραγουδιών. Όλα αυτά, μαζί και η επαφή μαζί του, πάντοτε με τροφοδοτούσαν για τις επόμενες ερωτήσεις και συναντήσεις μας. Η συζήτησή μας ήταν πολύ δημιουργική, ευχάριστη και ενδιαφέρουσα.

Φ: Ένα βιβλίο που έχει εμπνευστεί από στίχους ενός τραγουδοποιού είναι πιο εύκολο να φτάσει στα αυτιά, στα μάτια στην προκειμένη περίπτωση ανθρώπων που δεν ακούνε τόσο αυτό το είδος μουσικής. Αυτό σας παρακίνησε καθόλου;

Λ: Αυτό δεν ξέρω αν γίνεται ως στόχος, προκύπτει όμως στην πορεία. Το όλο εγχείρημα της γραφής, δηλαδή ότι κάποιοι γνωρίζουν τους στίχους των τραγουδιών που παρατίθενται και κάποιοι όχι ήταν ένα θέμα που με απασχόλησε, για αυτό έβαλα τους στίχους. Δεν είναι γραμμένο για τον υποψιασμένο μόνο ακροατή, είναι γραμμένο και για κάποιον που δεν γνωρίζει. Εκ των προτέρων, είναι στόχος, αλλά αυτό δεν πρέπει να σε καθοδηγεί, σύμφωνα με εμένα πάντα, στο πώς θα το γράψεις. Αν δηλαδή σκέφτεσαι τον κάθε έναν αναγνώστη ξεχωριστά, θα τρελαθείς. Επομένως, φτιάχνεις ένα σχήμα και αυτό που είπα πριν, το υπηρετείς και όπου πάει.

Φ: Αναφερθήκατε σε τριλογία, δηλαδή θέλετε να κλείσετε αυτόν τον κύκλο. Υποθέτω δεν μπορείτε να πείτε πολλά, ωστόσο μπορείτε να μας δώσετε ένα πολύ μικρό στοιχείο;

Λ: Η τριλογία ήταν από την αρχή στο μυαλό μου, χωρίς να ξέρω ποιος θα ήταν ο τρίτος. Το όνομα δεν μπορώ να το ανακοινώσω, το σίγουρο όμως είναι ότι θα κινείται σε διαφορετικό μουσικό χώρο από τα δυο προηγούμενα.

Θ: Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Τελευταία ερώτηση, πιο γενική. Έχετε να δώσετε κάποια συμβουλή στους νέους συγγραφείς ή γενικότερα στα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τη συγγραφή;

Λ: Να μην προσπαθούν να δικτυωθούν με σκοπό να δικτυωθούν, να μην βιάζονται δηλαδή, να το κάνουν επί τούτου. Αυτό έρχεται σιγά σιγά. Δουλεύεις, καταθέτεις τη δουλειά σου, προκύπτουν κάποιες προτάσεις…Το πιο σημαντικό όμως είναι το διάβασμα, η μελέτη. Από εκεί, η σκευή ενός δημιουργού, είναι ή το βίωμα, κάτι που βλέπεις διαφορετικά από τον διπλανό σου, στον δρόμο που περπατάς, ή τα διαβάσματα που κουβαλάς. Σήμερα είναι πολλές οι «Σειρήνες», δεν υπήρχαν όταν ξεκίνησα εγώ να γράφω κι αποτελούν παγίδες. Είναι πολύ πιο εύκολη η πληροφόρηση, όχι όμως η ενημέρωση. Είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις μια πρωταρχική έρευνα, αλλά όχι μια ενδελεχή. Εκεί είναι η ιστορία: στα επίθετα και τον τρόπο που τα χρησιμοποιείς, πώς γράφεις και κυρίως, αναφορικά μ’ εμένα, θέλω πάντα να υπηρετώ τα μεράκια μου. Γι’ αυτό βλέπει κανείς ότι κάποια βιβλία είναι πιο «βαριά», κάποια άλλα επειδή τα κάνω από επιθυμία. Δεν μπαίνω στη λογική «Αυτός επειδή  έχει γράψει αυτό δεν πρέπει να κάνει το άλλο». Ό,τι κουβαλάω μέσα μου, το βγάζω έξω.

Φ: Είμαστε εντάξει, μας καλύψατε απόλυτα. Σας ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας!

Λ: Εγώ σας ευχαριστώ πολύ!

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο που αξίζει το χρόνο σας ανεπιφύλακτα !

Καλές αναγνώσεις «πουλάκια» μου, όπως θα έλεγε ο Σωκράτης!

Συντάκτες: Θάλεια Στάθη, Φίλιππος Παναγιωτίδης

Σχετικά άρθρα …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *