«Η Δεσμοφύλακας»: ένα αφήγημα-κατάθεση ψυχής από τον Νίκο Δαββέτα!

«Η μνημονική συγκομιδή είναι μια γριφώδης διαδικασία…»

Αυτή η φράση της Κατερίνας Σχοινά για το βιβλίο «Η Δεσμοφύλακας» του Νίκου Δαββέτα συνοψίζει με συγκλονιστικό τρόπο, τον σκοπό αυτού του ιδιαίτερου αφηγήματος: μια αναστοχαστική προσπάθεια συμφιλίωσης με την φθορά της μνήμης στο πέρασμα του χρόνου, την απώλεια, τη θνητότητα, την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη…έτσι κι εμείς είχαμε την μεγάλη χαρά να παραβρεθούμε στην παρουσίαση του βιβλίου και να μιλήσουμε με τον συγγραφέα σε μια γόνιμη συζήτηση!

Η παρουσίαση διεξήχθη στο χώρο του βιβλιοπωλείου «ΙΑΝΟΣ» (6/11) και τον συγγραφέα Νίκο Δαββέτα, πλαισίωσαν οι Κατερίνα Σχοινά, Θανάσης Χατζόπουλος και Γιώργος Νικολόπουλος, προσφέροντας μια πολυπρισματική προσέγγιση γύρω από τον κεντρικό άξονα του συγγραφέα να «αφηγηθεί» την ιστορία της μητέρας του καθώς εκείνη καταβάλλεται σταδιακά από τη νόσο Αλτσχάιμερ, με βασικό “μοχλό” αφήγησης τις εμπειρίες της ως πρώην σωφρονιστικής υπαλλήλου στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού.

Οι Ν. Δαββέτας, Κ. Σχοινά, Θ. Χατζόπουλος και Γ. Νικολόπουλος (copyright@thaleiastathi)

«Η Δεσμοφύλακας» αποτελεί την προσπάθεια του γιου-αφηγητή (διττός ο ρόλος στην αφήγηση), μέσα από την δοκιμασία που συνιστά η νόσος της μητέρας του, να ισορροπήσει ανάμεσα στο παρελθόν-εκεί δεσπόζουν η συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους, οι δυσκολίες που επέφερε το επάγγελμα της μητέρας σε ποικίλα επίπεδα-και στο παρόν, όπου η αφήγηση διέπεται από περιστατικά που ανακαλεί ο γιος καθώς την βλέπει να «χάνεται» στους δαιδαλώδεις λαβύρινθους της μνήμης. Ο νους γίνεται φύλακας και εκείνη δεσμώτης. Βαθύτατα ευαίσθητο και αφηγηματικά λιτό, περιγράφεται επιτυχώς με γλαφυρό τρόπο η αβεβαιότητα και η αγωνία ενός ανθρώπου που προδίδεται από το ίδιο του το μυαλό, γεννώντας ένα άρτιο, εξομολογητικό βιβλίο που σκιαγραφεί όχι μόνο την σκληρή δοκιμασία της νόσου Αλτσχάιμερ, αλλά και την στιγματιστική ροπή της κοινωνίας και τις εύθραυστες σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών…

Μια «ιστορία»-ακροβάτης μεταξύ δίπολων εννοιών, άλλες φορές διακριτές, άλλες τόσο θολές, ώστε δεν μπορείς να τις ξεχωρίσεις εύκολα: το παρελθόν συνυφαίνεται με το παρόν, καθώς οι αναμνήσεις της μητέρας μεταφέρονται μέσα από το πρίσμα του γιου-αφηγητή, επιτρέποντας μια βαθιά ενδοσκόπηση και στον αποδέκτη σε κάθε κεφάλαιο που ολοκληρώνει.  

Η γραφή είναι ένας τρόπος να υπάρχεις κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη και οφείλεις να γνωρίζεις γιατί έχεις κάνει αυτή την επιλογή. 

Η ομάδα μας είχε την πολύ μεγάλη τιμή και χαρά να επικοινωνήσει με τον συγγραφέα σε μια, το δίχως άλλο, βαθυστόχαστη συζήτηση.

Ανδρέας: Το Αλτσχάιμερ είναι μια ασθένεια που όταν τη βιώνεις μέσα από έναν δικό σου άνθρωπο σε φθείρει ψυχικά. Πόσο δύσκολο είναι επομένως να μπει ένας συγγραφέας-πρωταγωνιστής ενός τέτοιου βιώματος στη διαδικασία να επαναφέρει στη μνήμη όλες εκείνες τις δύσκολες στιγμές και να τις αποτυπώσει ξανά και ξανά για τη δημιουργία ενός βιβλίου; Είναι τελικά λυτρωτική η συγγραφή εκτός από πράξη επαναφοράς αναμνήσεων;

Νίκος: Μα γι’ αυτό καταφεύγουμε στην γραφή. Ελπίζουμε ότι θα αποτυπώσουμε ένα καλύτερο παρελθόν, ότι ντύνοντας τις επώδυνες αναμνήσεις με τις δικές μας λέξεις θα μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε με τις απώλειες και τα σκληρά βιώματα. Δεν είναι εύκολη μια τέτοια διαδικασία, έχει ψυχολογικό κόστος, αλλά μπορεί να αποδειχθεί απελευθερωτική.

Φίλιππος: Διστάσατε καθόλου να προχωρήσετε στην έκδοση του βιβλίου κατανοώντας πόσο δύσκολο συναισθηματικό και βιωματικό εγχείρημα είναι να γράψετε κάτι τόσο επώδυνο, φοβηθήκατε για την κρίση του κοινού ως προς αυτό;

Ν: Δίστασα αρκετές φορές. Και τώρα που σας μιλάω διστάζω. Υπάρχει πάντα μέσα μου ένα ηθικό όριο, μια αόρατη «κόκκινη γραμμή» που δεν είναι εύκολο να δρασκελίσω. Από την άλλη πρέπει να προφυλάξω και τη μνήμη των ανθρώπων που κάνω ήρωες του βιβλίου μου. Ως ένα βαθμό αυτολογοκρίθηκα για να μην δώσω τροφή σε κακόβουλα σχόλια. Όμως κι αυτή η διαδικασία προσφέρει στο κείμενο περισσότερη αφαίρεση και υπαινικτικότητα. Ζυγιάζεις και ξαναζυγιάζεις κάθε λέξη, κάθε φράση και κόμμα που θα προσθέσεις ή θα αφαιρέσεις. Τελικά ο δισταγμός είναι προς όφελος της λογοτεχνίας.

Α: Με αφορμή τον πολύ εύστοχο τίτλο του βιβλίου, θα χαρακτηρίζατε ως μια μορφή τραγικής ειρωνείας ή μεταφοράς την επαγγελματική ιδιότητα της μητέρας με τα δεσμά της ασθένειας που αυτή αντιμετωπίζει; Και εν τέλει κατά πόσο είμαστε εξαρτημένοι και δέσμιοι των αναμνήσεων μας;

Ν: Στη ζωή αλλάζουμε πολλές φορές ρόλους και στόχους. Μπορεί να  είμαστε θύτες και θύματα ταυτόχρονα, δεσμώτες και δεσμοφύλακες. Νομίζω ότι από τη στιγμή που δουλεύεις σε μια φυλακή είσαι κι εσύ φυλακισμένος. Είναι τέτοια η συνθήκη που βιώνεις μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον που η όποια ελευθερία κινήσεων έχεις, σταδιακά εκλείπει. Και όπως σωστά επισημαίνετε υπάρχει μεγάλη ομοιότητα με τον αναγκαστικό εγκλεισμό που φέρνει η νόσος του Αλτσχάιμερ. Ο ασθενής ουσιαστικά καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη. Ευτυχώς δεν το αντιλαμβάνεται. Το αντιλαμβανόμαστε φυσικά εμείς που τον φροντίζουμε και έχουμε αναλάβει -εκτός από τις ανάγκες του σώματος- την διαχείριση της μνήμης του, την διαχείριση των κοινών μας αναμνήσεων.

Θάλεια: Στο βιβλίο αποτυπώνεται ένα πολυσχιδές αφήγημα που ενσωματώνει όχι μόνο τη δοκιμασία ενάντια σε μια τόσο δύσκολη νόσο, αλλά υπογραμμίζει έννοιες όπως οι αντικρουόμενες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, αλλά και τον ρόλο της γυναίκας σε μια κοινωνία που είναι εξοικειωμένη στο να στιγματίζει τα μέλη της. Πόσο δύσκολο είναι να γεφυρωθούν ομαλά τόσο σύνθετα θέματα που θα μπορούσαν να αποτελούν και αυτοτελείς πλοκές;

Ν: Είχα ήδη αφηγηθεί τον θάνατο της μητέρας μου πριν πεθάνει. Το 2002 στο βιβλίο μου «Το θήραμα», είχα περιγράψει το θάνατο μιας γυναίκας που είχε πολλά στοιχεία του χαρακτήρα της. Θα έλεγα ότι οι γυναίκες, εξαιτίας ακριβώς των πολλών και δύσκολων ρόλων που αναλαμβάνουν μέσα στην κοινωνία μας, προσφέρονται περισσότερο για λογοτεχνικοί ήρωες. Μην ξεχνάτε ότι άνδρες συγγραφείς έχουν αποδώσει κατά καιρούς μοναδικά γυναικείες φιγούρες που άφησαν εποχή. Η Εμα Μποβαρύ του Φλομπέρ και η κυρά Εκάβη του Κώστα Ταχτσή είναι δυο μονάχα από τα πολλά παραδείγματα που σήμερα διδάσκονται στις σχολές δημιουργικής γραφής.

Θ: Τελευταία ερώτηση. Στο βιβλίο, όταν στο όνειρο η μητέρα αναρωτιέται  γιατί γράφετε ρωτώντας: «γιατί δεν το σταματάς» δίνετε ως απάντηση τη φράση: «Γιατί αν σταματήσω να επινοώ, φοβάμαι πώς θα πεθάνω». Μια φράση που νομίζω αγγίζει όσους φιλοδοξούν και εκφράζονται μέσα από τις λέξεις. Τί συμβουλές θα δίνατε επομένως στα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τη συγγραφή ή γενικότερα την τέχνη;

Ν: Η λογοτεχνία, όπως και η πολιτική, δεν γίνεται με συμβουλές. Αλλά θα ήθελα να τονίσω στους νεότερους δυο βασικά πράγματα: Δεν γίνεσαι συγγραφέας αν δεν είσαι πρώτα συστηματικός αναγνώστης, αν δεν διαβάζεις μετά μανίας πεζογραφία, ποίηση, φιλοσοφία κ.ά. Αυτός ο «κανόνας» έχει επιβεβαιωθεί χιλιάδες φορές. Το δεύτερο σημείο: πρέπει να έχεις ξεκαθαρίσει μέσα σου τι είναι αυτό που σε ωθεί στην συγγραφή, στην τέχνη γενικότερα. Το γράψιμο δεν θα σε κάνει ούτε πλούσιο, ούτε διάσημο, ούτε περιζήτητο κοινωνικά. Η γραφή είναι ένας τρόπος να υπάρχεις κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη και οφείλεις να γνωρίζεις γιατί έχεις κάνει αυτή την επιλογή. 

Φ: Ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο σας!

Η ομάδα μας με τον Νίκο Δαββέτα (copyright@thaleiastathi)

Ένα μοναδικό βιβλίο που δεν πρέπει να λείπει από τα ράφια σας!

Θα κλείσω με τη φράση που συντάραξε από το βιβλίο «Η Δεσμοφύλακας» κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης:

«Ποιος είμαι; Ο δεσμοφύλακας της μητέρας μου!»

Σχετικά άρθρα …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *